- Για να διαβάζω τις σιωπές μου -

Τρίτη 22 Ιουλίου 2008

Καλοκαίρι 08


08
07
06
05
04
03
02
01

Η ώρα 00:00 δεν έφτασε ακόμα. Και μάλλον δε θα φτάσει ποτέ. Το μυαλό μου τείνει να την μεταθέτει πάντα ένα βήμα μπροστά. Είναι αδηφάγο, αχάριστο. Όσα κι αν απόχτησα στη ζωή μου, πάντα ήθελα περισσότερα. Και τελικά, πιστεύω, δεν υπάρχει σημείο 0. Γιατί κανένα από τα μεγάλα μου όνειρα δε θα πραγματοποιηθεί μέσα σε ένα δευτερόλεπτο ή σε μία ώρα. Βλέπεις, οι στόχοι μου είναι μακροπρόθεσμοι. Όχι, δε θέλω ΑΠΛΩΣ να γίνω γλάστρα. Όχι, δε θέλω να είμαι ΑΠΛΩΣ ένα ωραίο παιδί. Όχι, δε θέλω ΑΠΛΩΣ να είμαι κάτι απλό. Θέλω να... Τέλος πάντων. Αυτά αφορούν εμένα.

Όσο περνά ο καιρός, λοιπόν, όσο αυτό το μικρό καλοκαιράκι οδεύει στο τέλος του, συνειδητοποιώ όλο και περισσότερο ότι δεν υπάρχει καλύτερη στιγμή για να αρχίσεις να ετοιμάζεις το έδαφος από το ΤΩΡΑ.
Να ετοιμάζεις το έδαφος... για τί πράγμα όμως;
Για όλα. Για όλα όσα θέλεις ΕΣΥ. Εγώ δηλαδή, μην ξεχνιόμαστε. Γιατί αυτή τη στιγμή τελείως εγωιστικά μιλάω για εμένα. Για να δώσω ένα παράδειγμα. Η Μέρυλ Στριπ, που είναι και επίκαιρη, δεν ξύπνησε ένα πρωί και ήταν η Μέρυλ Στριπ! Στην αρχή ήταν ένα κοριτσάκι ανάμεσα στο σωρό. Απλώς χαριτωμένη. Μέρα τη μέρα, χρόνο το χρόνο, έχτισε και ετοίμασε το έδαφος για αυτό που έιναι σήμερα. Και, αυτή τη στιγμή, ετοιμάζει τη ζωή της για αυτό που θέλει να γίνει αύριο.

Μια έκρηξη θετικής σκέψης συνέβη στη ζωή μου το περασμένο Πάσχα. Έχουμε φτάσει τέλη Ιουλίου, οπότε ο πρώτος απολογισμός είναι δεκτός. Τί συνέβη μετά το Big Positive Bang;
i) οι Πανελλήνιες πήγαν ανέλπιστα καλά
ii) ένα θέατρο, έστω και σε ερασιτεχνική ομάδα, αντί του αρχιδοξυσίματος που φοβόμουν
iii) κυριολεκτικά από το πουθενά, ένας άνθρωπος που μοιάζει να είναι το alter ego μου, χωρίς όμως σεξουαλικές ή παρασεξουαλικές νήξεις να μας δυσκολεύουν
iv) προσωπική φροντίδα του εαυτού μου επιτέεελους
v) τυχαία βρέθηκα στον Κεραμεικό εκέινο το απόγευμα; Θα δείξει σε λίγο καιρό.

Δεν είναι καθόλου άσχημα. Εμένα μια χαρά μου φαίνονται!

Δευτέρα 5 Μαΐου 2008

Ο τηλεφωνητής

Μουσική/Στίχοι: Μικρούτσικος Θάνος/Νικολακοπούλου Λίνα

Πήρα εκατό φορές, για να μάθω αν ζεις
Μου απάντησε, που λες, τηλεφωνητής
Πήρα να σου πω φιλιά με το φως σβηστό
Ευτυχώς που είν’ η δουλειά, και θα ξεχαστώ

Κι όχι δεσμοί, χωρισμοί, της ζωής πειρασμοί
κι όχι τίποτα πια
Την αφορμή, στο κορμί στη γραμμή
που κοιτάνε καχύποπτα πια

Να βασανίζομαι το σώμα σου να βρω
κι εσύ να παίζεις το χαμένο θησαυρό
και γύρω η νύχτα, μια νύχτα, σα νύχτα να πέφτει
και να ’ναι πρωί

Κι η απουσία στα δίχτυα, με δίχτυα να ψάχνει
να βρει το γιατί

Να βασανίζομαι το σώμα σου να βρω...

Σ’ ένα κόκκινο χαρτί, μ’ ένα μπλε στυλό
Μου ’χες γράψει πώς και τι και τον αριθμό
Και μιλούσαμ’ ως αργά δε σ’ αφήνω, δεν
κι όπως σ’ έχανε η καρδιά, πήρε το μηδέν

Τετάρτη 23 Απριλίου 2008

happy a-day, b-day, c-day vre gaidarako day...

Η πόρτα άνοιξε και ένα ειδιλιακό περιβάλλον αποκαλίφθηκε. Κόκκινα σατέν στους τοίχους, πιατέλες κρεμασμένες στις κουρτίνες, κουκλες και κούκλοι ντυμένες - οι με κομψές, ανατολίτικες φορεσιές. Μια μυρωδιά παστρουμά πλανάται στην ατμόσφαιρα, αναμεμειγμένη με την αφασία ναργιλέδων διαφόρων γεύσεων, ενώ μια υποψία χασισιού στην ατμόσφαιρα μαστουρώνει γλυκά τις σκέψεις σου. Και, σαν κερασάκι στην τούρτα, ένα πολλά υποσχόμενο Πολίτικο μενού. Αφού δεν πήραμε τελικά την Πόλη, ας γευθούμε τις σπεσιαλιτέ της, ρε σουρουκλεμέ! Το ιδανικό απέκτησε σάρκα και οστά μπροστά μου: η βραδιά της ενηλικίωσής μου δε θα έμοιαζε με καμιά άλλη. Δυστυχώς, αποδείχθηκα προφητικός.


10:13: Εν αρχή ην ο γλυκύτατος κατά τα άλλα σερβιτόρος, ο οποίος αγνοούσε παντελώς το περιεχόμενο του καταλόγου. Όχι του τηλεφωνικού, γι΄αυτό έχουμε δόξα τον ύψιστο 11 8 κάμποσα. Μιλάω για τον κατάλογο του μαγαζιού που δούλευε. Η ερώτηση των γονέων "Έχετε κάτι να μας προτείνετε;" ήταν αρκετή ώστε να δημιουργήσει στο πρόσωπό του μια έκφραση τρόμου και απελπισίας, που κατέληξε στην αδιάφορη απάντηση "Δεν το θυμάμαι απ΄έξω", συνδιασμένη με ανεπαίσθητο, ναζιάρικο κούνημα του τσουλουφιού της φρεσκοβαμμένης, μενεγακικών προδιαγραφών, κουπ (θου Κύριε). 'Ας είναι', σκέφτηκα. Και παραγγείλαμε.


11:20: Τα ακριβοθώρητα φαγητά κάνουν εν τέλει την εμφάνισή τους μέσα σε θεαματικά άδεια πιάτα. Μια μισοκαμμένη πίτα, υποψία κιμά, δύσοσμα κρεατικά παρασκευάσματα αμφιβόλου ποιότητος και προέλευσης συνέθεταν το γενεθλιακό μενού. 'Ας είναι', ξανασκέφτηκα και ξεκίνησα το γεύμα μου ως ένδειξη καλής θελήσεως.

Ακολούθησε το σερβίρισμα του ωραιότατου γλυκού, ομολογουμένως ωραιότατου. Μια μικρή τούρτα γεμάτη σοκολάτα, σκέτη σοκόλαση.Μόνο που, σύμφωνα με τον αγαπητότατο κατά τ' άλλα σερβιτόρο, μια τούρτα μπορεί να φαγωθεί με τα δάχτυλα όχι μόνο από τον homo himpatzisiens αλλά και από τον homo sapiens. Δεν εξηγείται αλλιώς η διατυπωθείσα με τρομακτική ψυχραιμία και ενθουσιασμό τύπου 'κάνω-καλά-τη-δουλειά-μου' ερώτησή του "Θέλετε να σας φέρω και κουταλάκια;"! 'Ας μην είναι', συλλογίστηκα και απάντησα ένα κοφτό, ειρωνικότατο ΜΑΛΛΟΝ, το οποίο, ελευθερώνοντας το αιμοβόρο ζόμπι που όλοι κρύβουμε μέσα μας (κάποιοι απλώς το αμολούν συχνότερα απ' όσο χρειάζεται), έκοψε και τη φόρα και τον ενθουσιασμό του συμπαθέστατου κατά τ΄άλλα φίλου μου.


12:30: Στο δρόμο για την επιστροφή και μέσα το αμάξι μυρίζει (κυριολεκτικά) ωσάν νεκροταφείο σκυλόγατων γεμάτο κουφάρια σε πλήρη αποσύνθεση. Προσπαθώντας να καταλάβω από πού προέρχεται η πρωτοφανής για τα αμαξιακά δεδομένα και κυβικά μας μπόχα, και έχοντας προσάψει αμέτρητες φορές το φταίξιμο στον άμοιρο ευθυνών, όπως αποδείχτηκε, καταλύτη του αυτοκινήτου, συνειδητοποιώ (και αποδέχομαι με ψυχραιμία και χιούμορ) ότι η ανεκδιήγητη μυρωδιά πηγάζει από τα στόματά μας και δεν είναι τίποτε άλλο από τη γεύση του ιμάμ μπαιλντί.


Τα παραπάνω είναι αρκετά ώστε να μου έχουν δημιουργήσει σοβαρές αμφιβολίες και ανασφάλειες σχετικά με την πορεία που θα έχει η ερχόμενη 18η χρονιά για εμένα. Ας είναι. Ότι έρθει θα αντιμετωπιστεί ψύχραιμα, όπως ο πανέμορφος κατά τα υπόλοιπα σερβιτόρος μας.

Όσο για τό όνομα του μαγαζιού; Καλύτερα να μην το πω, όχι ευθαρσώς τουλάχιστον.

Tamam?

Ταμάμ!


Τρίτη 15 Απριλίου 2008

18


16 Απριλίου 1990
16 Απριλίου 2008

18
Ηλικία - Ορόσημο
Ηλικία - Ορόσημο;
Η ζωή μου όλη 18 χρόνια. Οι λέξεις μου, οι σιωπές μου, οι λύπες και οι χαρές, οι έρωτες, τα χρόνια, τα μαθήματα, οι αγάπες, οι συζητήσεις, τα καλοκαιρινά μπάνια, τα βραδινά δάκρια, τα σιωπηλά ξεσπάσματα, τα συνωμοτικά βλέμματα, οι προδοσίες, τα λάθη, οι συνέπειες, οι απώλειες, τα κέρδη. Όλα αυτά αν τ’ αθροίσεις, θα σου δώσουν 18.
18 χρόνια από τότε που άνοιξα τα μάτια μου, που ανάσαινα την πρώτη μου ανάσα. Μόνο τόσα. Μα τόσο ‘πολλά’.

Στέκω μόνος στο δωμάτιο, που φωτίζεται από το ανοιχτό πατζούρι. Σήμερα είναι η τελευταία μέρα της ανήλικης ζωής μου. Τι θ΄αλλάξει από αύριο; Θα το διαπιστώσω. Σύντομα. Όλοι λείπουν εκδρομή στην Κρήτη, πενταήμερη (πενθήμερη, θα με διόρθωνε η Τζο αν ήταν εδώ τώρα).
Ο Χρήστος δε θα φανεί πριν το Μάιο, κι ας μου λείψει. Ο Κώστας δε θα φανεί ποτέ πια και το ξέρω. Η απόλυτη εμπιστοσύνη της Ελευθερίας προδόθηκε από την ερωτική αδυναμία μου δύο φορές, και με ύπουλο τρόπο. Θα με ξαναφωνάξει άραγε ποτέ «άντρα της;». Η Ελισσάβετ δεν ξέρω τι σκέφτεται και ίσως να μη μάθω. Δεν το ΄χω ανάγκη εξάλλου.

Όλη η τάξη στα Χανιά, λοιπόν. Παίζουν, τρώνε, διασκεδάζουν, φλερτάρουν. Μόνος στην Αθήνα, μου δίνεται η ευκαιρία να σκεφτώ. Το πριν, το τώρα, το μετά μου.
Η ζωή μου υπήρξε γεμάτη ανθρώπους ως σήμερα. Άλλοι με αγάπησαν, σε άλλους πέρασα αδιάφορος, άλλοι με χρησιμοποίησαν κι έφυγαν.
Θυμώνω μ΄ εμένα. Δεν μπόρεσα να δω πως ήθελες να με χρησιμοποιήσεις – όχι, παρά μόνο όταν πέτυχες το σκοπό σου, και έφυγες μ’ εκείνο το ικανοποιημένο, ξεχειλωμένο από αυταρέσκεια χαμόγελο, το ανίκανο να ζητήσει συγνώμη έστω και μία φορά- και να το εννοεί. Έπαιξα την παρτίδα σου κι έχασα, τη στιγμή που μόνος μου σου είπα όσα ήθελες απ΄ την αρχή να ακούσεις.. Ας είναι. Την επόμενη φορά θα είμαι πιο προσεχτικός.

18 χρόνια στο ίδιο σώμα με τον εαυτό μου. Κάθε μέρα που περνά ανακαλύπτω κάτι σ’ αυτόν. Άλλοτε κακό, μα άλλοτε και συμπαθητικό, ίσως και καλό.
Ο πρώτος άνθρωπος που θυμήθηκε να μου πει ‘χρόνια πολλά’ φέτος είναι ο εαυτός μου.

«Χρόνια πολλά!»

«Ευχαριστώ ρε. Να σαι καλά. Ό, τι επιθυμείς!»

«Κι εσύ, γιατί το αξίζεις στ΄ αλήθεια. Να θυμάσαι ότι η ζωή σου σου ανήκει, και ότι κανείς δεν έχει δικαίωμα να φιλοτεχνήσει το όραμα του εαυτού σου αντί για σένα.»

Στέκομαι και τον κοιτώ στον καθρέφτη. Έχει ωραία φάτσα. Μονολογώ.
«Κοίτα να δεις, που θ’ αρχίσω να σε συμπαθώ κιόλας…»

18 παρά μία ημέρα

Συγχωρώ όλους όσους με πλήγωσαν , είτε το ήθελαν είτε όχι.
Ευχαριστώ όλους όσους μου έδειξαν μια εναλλακτική λύση τη στιγμή που είχα τυφλωθεί από το πολύ φως.
Εκτιμώ όλους όσους με ανέχονται και με βοηθούν να γίνω λιγότερο κακός.
Συγχωρώ τον εαυτό μου για όσο πόνο μου έχει προκαλέσει με τις αψυχολόγητες κινήσεις του μέχρι σήμερα, για όσες μαλακίες έχει κάνει διώχνοντας ανθρώπους από κοντά μου. Ξέρω πως κατά βάθος με εκτιμά. Ίσως και κάτι περισσότερο.
Ευχαριστώ κι εσένα, που πάντα φεύγεις μα όλο έρχεσαι. Ξέρεις εσύ. Κι αν δεν καταλάβεις, αρκεί που ξέρω εγώ.

Αρχίζω ξανά, λευκός αυτή τη φορά.
Καλή μου συγγραφή…

xxx

Κυριακή 23 Μαρτίου 2008

Σα να μην πέρασε μια μέρα (?)


«…Κι αν θέλεις χρήμα να δεις
μην είσαι τόσο αφελής
να γίνεις σαν πρωτοπαλίκαρο κι εσύ της Βουλής…»


Το ραδιόφωνο ήταν ακόμα ανοιχτό, σταθερά στο Ντάγλα εφ εμ. Ο Νάιβο έριχνε τα στιχάκια του στα αυτιά των νταγλαρομένων ακροατών σαν γάργαρο, κελαριστό σπράιτ, κι εκείνοι κατανάλωναν και απολάμβαναν. Μα έτσι είναι οι τουρίστες. Μέσα στον καυτό ήλιο του Αουγκούστους, δώσε τους δροσιά και πάρ τους τη ζωή αν γίνεται. Το αρχαίο θέατρο αφήνεται νωχελικά στις τελευταίες φωτεινές σκελίδες, λίγο πριν η νύχτα σκεπάσει τη γη, ίσως και την ψυχή μας. Τη μία, ενιαία και αδιαίρετη ψυχή όλων όσων ανήκουν στον είδος των ανθρώπων, την ψυχή που καθημερινά δολοφονείται κι όλο ανασταίνεται, προχωρά, πέφτει και ξανασηκώνεται. Σταθερά.
Η Επίδαυρος τη νύχτα μεταμορφώνεται. Τα άστρα τη λούζουν φως θεϊκό, η αύρα της σε μεταρσιώνει σε ατμόσφαιρες ιδεαλιστικές. Και, σαν πέσει η σιωπή στο χώρο, θαρρείς πως, αν κοντοσταθείς, μπορείς ν’ ακούσεις φωνές από μακριά να ταξιδεύουν. Τους ήχους από αυτοσχέδια συναυλία, από υποκρισίες λαμπρές, από αγώνες μουσικούς, δραματικούς, αληθινούς. Τα εν άστει Διονύσια, τα Μικρά Διονύσια, ο Σοφοκλής με τις σημειώσεις του, η Μήδεια με τα αιματοβαμμένα χέρια της, ο Οιδίποδας, τόσο έξυπνος μα τόσο τυφλός, αρχικά στο μυαλό, έπειτα στην ψυχή και το σώμα του. Να και η Αντιγόνη, ακολουθεί η Ισμήνη. Οι ήρωες που πέθαναν δε θα φύγουν ποτέ. Ζουν τα καλοκαίρια εκεί. Συναντούν ο ένας τον άλλον, και έπειτα το κοινό. Μετά από εκατομμύρια παραστάσεις σε όλο τον κόσμο, έχουν ακόμη την ίδια αγωνία για το αν θα μπορέσουν να αρέσουν, να επικοινωνήσουν τις ζωές τους, να ενωθούν με τους ανθρώπους του σήμερα και το παράλληλο σύμπαν τους.

Η Ηλέκτρα είναι 9 χρονών. Μεγάλωσε στην Ισπανία, κοντά στους Έλληνες θείους της, κοιλάρφανη. Πήγε σε ελληνικό σχολείο, διδάχθηκε νέα ελληνικά κείμενα, μα όχι τη νέα ελληνική κουλτούρα. Διδάχθηκε, ακόμα, την αρχαία εκδοχή της σύγχρονης γλώσσας. Και, μέσα από τα αρχαία ελληνικά κείμενα, διέκρινε ένα κάποιο σπέρμα αρχαιοελληνικής ιδεολογίας.
Είναι η πρώτη φορά που η Ηλέκτρα βρίσκεται επί ελληνικού εδάφους. Ο έρωτας, ο βήχας και ο παράς δεν κρύβονται και εκείνη δεν κάνει καμία προσπάθεια να κρύψει τον ενθουσιασμό της για κάθε τι που βλέπει γύρω της. Όλα όσα είχε διαβάσει, όσα είχε ακούσει και ονειρευτεί για την πατρίδα των γονιών και των παππούδων της, έστεκαν τώρα ολοζώντανα μπρος της. Μπορούσε να τα επιβεβαιώσει ιδίοις όμασοι. Ή και όχι…

Το κοίλον του θεάτρου είχε ήδη αρχίσει να γεμίζει από κόσμο. «Σοφοκλέους Αντιγόνη» η αποψινή παράσταση, και η Αντιγόνη στριφογυρίζει αγχωμένος στο ξέφωτο, πίσω από τον κόσμο, πίσω από τις φωνές του σήμερα. Φορούσε τη λευκή φορεσιά της, ενώ τα λεπτά, αισθησιακά της πόδια στόλιζαν χρυσά σανδάλια. «Έπρεπε, έπρεπε να είχα βγει στα μαγαζιά, να δω πώς ντύνονται σήμερα, να…» μονολογούσε αγχωμένη. Ο Σοφοκλής, εντούτοις, ήταν κάθετος: αυτή η αφήγηση της ιστορίας του θα γινόταν δίχως νεωτερισμούς, όπως είχε παρουσιαστεί τότε, στα Μεγάλα Διονύσια, χαρίζοντάς του το πρώτο βραβείο και κάνοντας τον Αισχύλο δυσκοίλιο ένεκα φαγωμάρας.
«Είσαι πολύ όμορφη». Μια αγγελική φωνή αντήχησε πίσω της, και η Αντιγόνη σιώπησε. Γύρισε αργά αργά και, τρέμοντας, ρώτησε το κορίτσι που έστεκε απέναντί της: «Ποια είσαι;». «Είμαι η Ηλέκτρα. Θα δω την παράστασή σας. Είστε πολύ όμορφη, κυρία. Θα μου δώσετε ένα αυτόγραφο;». «Ένα… τι;». «Αυτόγραφο…». «Δε… δε… ήταν πολύ νόστιμα και τα φάγαμε όλα.» είπε η Αντιγόνη αμήχανα. «Α.. Καλά. Τότε θα σας δω μετά. Καλή επιτυχία κυρία!» ψιθύρισε η Ηλέκτρα και έτρεξε να πάει πίσω, στις θέσεις με τη θεία της.
-Εδώ είσαι, παιδάκι μου! Κι έφαγα τον κόσμο να σε βρω! Α πα πα με μπαήλντισες! Τώρα θα έστελνα να σε φωνάξουν από τα μεγάφωνα!
-Μα θεία, δεν έχει μεγάφωνο εδώ…
-Θα σε φώναζα εγώ μόνη μου! Άντε, κάτσε τώρα…
-Ναι. Ο θείος πότε θα έρθει;
-Δε θα έρθει. Είχε δουλειά.
-Σάββατο βράδυ;
-Πολλά ρωτάς για την ηλικία σου μικρή. Ναι, Σάββατο βράδυ!

Η ώρα πλησίαζε δέκα. Ο ήλιος είχε δύσει για τα καλά, το θέατρο είναι γεμάτο απ’ άκρη σ’ άκρη του. «Σαν άλλοτε…» μονολογεί η Ισμήνη, που κρυφοκοιτά τον κόσμο πίσω από τον ψηλό τοίχο που τους κρύβει. Ξάφνου, νευρικά στρατιωτικά βήματα διέκοψαν την ιερή στιγμή της αναπόλησής της, και από τα δεξιά φάνηκε το εκνευρισμένο πρόσωπο του Κρέοντα.
-Γιατί δεν ξεκινάμε; Τι περιμένουμε επιτέλους !!
-Δεν ξέρω, δεν ξέρω… Περιμένω να σβήσουν τα φώτα!, απάντησε ανήσυχα ο Σοφοκλής, αιώνιος, αστείρευτος σκηνοθέτης. Όπου να ΄ναι θα…
Τα λόγια του διέκοψε ένα μαζικό, χαοτικό «ααααααααα» που ακούστηκε από την μεριά των θεατών. Ουρλιαχτά, τσιρίδες, σπρωξίματα. Φωνές: “νάτος! Νάτος! Ο Νάιβο! Νάιβοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοο αααααααααααααααααΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ”.
Η Αντιγόνη κοιτούσε εκστασιασμένη. «Μα… ποιος είναι αυτός;» σκέφτηκε.

-Εριέττα, κυρίες και κύριοι, βρισκόμαστε στην είσοδο του αρχαίου θεάτρου της Επιδαύρου, όπου μόλις πριν από λίγο έκανε την είσοδό του ο δημοφιλής τραγουδιστής Νάιβο! Ο νο 1 Έλληνας σταρ θα παρακολουθήσει μαζί με το μάνατζέρ του, Άρη Παπάρη, το έργο του Σοφοκλή ‘Αντιγόνη’ και έπειτα θα μοιράσει αυτόγραφα στους παρευρισκομένους. Δυστυχώς, δε μας έκανε κάποια δήλωση.
-ΣΤΟΠ! Καλώς. Στήσε την κάμερα πάνω του τώρα και τράβα τον σε όλη την παράσταση.
-Μα… ήρθα εδώ για να καλύψω το έργο, όχι το Νάιβο
-Ρε ακούς τι σου είπα; Άντε μπράβο…
Ο Αλέκος Αρλάφου δυσανασχέτησε, πήρε την κάμερά του στον ώμο και κατέβηκε να τη στήσει στο μέρος που του είχαν υποδείξει, μονολογώντας. «Για ένα μισθό και μια τιμή ζούμε ρε γαμώτο»…

Σβήστε τα φώτα! Αρχίζει! ΣΣσσσσσσσσσσς! Σιωπή! Έσβησες το κινητό; Ξύπνα μπαμπά, αρχίζει! ΗΣΥΧΙΑ!!!


ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Όλοι πρέπει να υπακούν τον άρχοντα που η πόλη ανέδειξε;
ΚΡΕΩΝ
Η αναρχία καταστρέφει πόλεις και διαλύει συμμαχίες!
(…)
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Πατρίδα των γονιών μου, Θήβα, θεοί πανάρχαιοι της γενιάς μου, πάει, τέλειωσε, με παίρνουν! Κοιτάτε με της Θήβας άρχοντες τη μόνη στερνή βασιλοπούλα, εμένα, τι παθαίνω και από ποιους, για να …

«ΣΤΑΜΑΤΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ! Να ρίξει φωτιά ο ουρανός να σε κάψει ζωντανό, να σε σκοτώσει και στην κόλαση μέσα να κρεμαστείς από κρεμάλες, κακιέ βασιλιά και θείε!»

Όλοι πάγωσαν. Τα βλέμματα δεν ήταν πια στραμμένα στην τραγωδία επί σκηνής. Τα βλέμματα στράφηκαν στην τραγωδία των δακρυσμένων ματιών ενός μικρού κοριτσιού, η φωνή του οποίου αντήχησε σαν αστραπή για να ξυπνήσει τους κοιμισμένους θεατρόφιλους. Ήταν η μικρή Ηλέκτρα. Κοιτούσε τον Κρέοντα κατάματα, κοιτούσε την Αντιγόνη, έκλαιγε. Αμέσως τα γιουχαΐσματα και οι αποδοκιμασίες του νεοελληνικού πολιτισμού σπίλωσαν τον ιερό χώρο του αρχαίου λίκνου της τέχνης του θεάτρου. «Απολίτιστο, χαμένο, γυφτάκι, κακομαθημένο, βρωμόπαιδο». Και συνέχιζαν, όλοι μαζί, θαυμάσιος πολιτισμένος όχλος.

Ο Αλέκος Αρλάφου ένιωσε κάτι να σπάει μέσα του. Παράτησε την κάμερά του και έτρεξε προς τη μικρή Ηλέκτρα. Την άρπαξε από τα χέρια της θείας της, η οποία την έσφιγγε τώρα επικίνδυνα στο λαιμό, την έκλεισε στην αγκαλιά του, και την έβγαλε προστατευτικά απ’ το στάδιο, όσο η αρένα του διψασμένου για τέχνη πλήθους έδινε εντολές στους άναυδους ήρωες: «Άντε. Συνεχίστε τώρα. Έφυγε το μικρό...» - «Μαμά-σε-πόση-ώρα-τελειώνει;-Σους-Ανέττα-κοριτσάκι-μου!».

-Ξέρω καλά, ξέρω καλά πώς είναι να μη σε αγαπούν. Ξέρω καλά πώς είναι να μη σε θέλει ο θείος σου, και να σου μιλάει άσχημα, και να σε χτυπάει, να σου λέει ότι θέλει να σε…
-Να σε…;
Η μικρή Ηλέκτρα σπάραζε στην αγκαλιά του Αλέκου. Κι εκείνος, που ποτέ, ποτέ του δεν είχε αγαπήσει τα παιδιά, ένιωθε τώρα, για πρώτη φορά στη ζωή του, ένα ανεξήγητα δυνατό συναίσθημα, να προστατεύσει αυτό το αθώο πλάσμα, που έβλεπε στην αγκαλιά του το μόνο του πια καταφύγιο.
-Αλήτη, ρεμάλι, δημοσιογραφίσκε του κώλου! Πού είναι, ρε, τα πλάνα που σου ζήτησα; Τι θα παίξει ρε αύριο η κρατική; Ε;
-Να, ξέρετε, πάνω στο χαμό έριξα κάτω και την κάμερα…
-Να γαμήσω την κάμερα κι εσένα ρε μάπα! Απολύεσαι! Τέρμα! Θα βρούμε άλλον!

Μα όταν κλείνει μια πόρτα, αμέσως ανοίγει ένα παράθυρο…

Ο κόσμος έχει βγει από το θέατρο. Άλλοι τρώνε πατατάκια, άλλοι παίζουν κυνηγητό, κοσμικές κυρίες δηλώνουν στα κανάλια πόσο τις έχει αλλάξει η μητρότητα, όχι όμως και στο κρατικό κανάλι, που έμεινε χωρίς ρεπόρτερ. Ο Αλέκος στέκει στον έρημο πια χώρο του Επιδαύριου θεάτρου, αγκαλιά με την μικρή Ηλέκτρα. Η παράσταση τελείωσε, ο κόσμος χάθηκε. Επέστρεψε στη μικροαστική, άναρχα τσιμεντοποιημένη καθημερινότητά του, αφού κάλυψε την ενοχή και το χρέος του απέναντι στο ποιοτικό θέατρο και την τέχνη εν γένει, μπορώντας πλέον να αναφωνεί ως το χειμώνα «Πήγαμε-και-στην-Επίδαυρο-με-το-καραβάκι.-Και-η-Ανέττα,-βέβαια!»

Η Ηλέκτρα είναι ακόμη στην αγκαλιά του. Δεν κλαίει πια. Χαμογελά, και το χαμόγελό της είναι φωτεινό, πιο φωτεινό κι απ΄ αυτό του ήλιου. Γύρω-γύρω τους μαζεύονται κυκλικά άνθρωποι. Είναι η ηθοποιός που έκανε την Αντιγόνη. Αλλά και ένας μουσάτος ψηλός άνδρας. Και η θεία της Ηλέκτρας, η οποία κάτω απ’ τα γάντια της αποκαλύπτει ένα ζευγάρι αιματοβαμμένα χέρια! Κι εκείνος ο άνδρας, με το πληγωμένο βλέμμα… Ο Αλέκος τρομάζει. Κάνει να φύγει μα τον έχουν περικυκλώσει.
-Ποιοι είστε; Τι θέλετε από μένα;
-Μη φοβάσαι, προχώρησε ο μουσάτος . Η ευαισθησία της ψυχής σου σε οδήγησε εδώ. Τώρα ήρθε η στιγμή. Κοντά μου. Κοντά μας.
-Για σόρυ λίγο ρε φίλε, αλλά πρώτη φορά σε βλέπω, ποιος είσαι;
-Ο Σοφοκλής, του είπε και τον κοίταξε κατάματα.

Ο Αλέκος νιώθει να στροβιλίζεται μέσα σε παράλληλες ρουφήχτρες φαντασίας. Το σώμα του γίνεται όλο και ελαφρύτερο, ενώ μια δύναμη μυστική, σχεδόν μυσταγωγική πλανάται στην ατμόσφαιρα του θεάτρου και να τον ανυψώνει. Κοίταξε γύρω του: ο κόσμος δεν υπήρχε πια. Η νύχτα τον αγκαλιάζει μια για πάντα, τυλίγοντας το κορμί του σε λευκό χιόνι, αφήνοντας την ψυχή του να δημιουργεί ελεύθερα μέσα στους αιώνες. Χωρίς κάμερες, χωρίς ύλη, χωρίς διάττοντες αστέρες. Με μόνη συντροφιά του τα παντοτινά άστρα της νύχτας, που λούζουν με αιώνιες ελπίδες ψυχικής ανατάσεως τη Μάνα Γη.



Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2008

Τί (θα μπορούσε να) σκεφτόταν ο Χιθ λίγο πριν το τέλος…

Το προσευχητάρι μου στέκει εκεί, περιμένοντας να το ανοίξω. Μα τί συμβαίνει; Ο κόσμος γύρω μοιάζει αλλιώτικος. Όλα μοιάζουν αλλιώτικα μετά το ατύχημα.
Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι μπήκα σε ένα μεγάλο, μαύρο αυτοκίνητο όμοιο με λιμουζίνα, μόνο που δεν ήταν τέτοια. Ήταν μεγάλο, φαρδύ, άνετο. Με προσωπικό οδηγό. Μα έφερνε περισσότερο σε νεκροφόρα. Κι ύστερα, ύστερα θυμάμαι το κόκκινο γκάμπριο αμάξι που έπεσε καταπάνω μας τσιρίζοντας ένα τρομαχτικό μπίιιιιιιιιιιιιιιιιπ, κι εγώ άρχισα να στροβιλίζομαι, και να στροβιλίζομαι συνέχεια, όλο και πιο δυνατά…

Το βιβλίο με τις προσευχές μου βρίσκεται ακόμα στο γραφείο, κλειστό και σιωπηλό. Με επιθεωρεί με την αυστηρή, μεσαιωνική ματιά του που έχει μια δόση πουριτανισμού συνυφασμένου με την άκρατη γοητεία της κρυφής κι όμως τόσο φανερής αμαρτίας μου. Δεν έχω τη δύναμη να το αντιμετωπίσω. Όχι τώρα. Όχι ακόμα.
Γράφω κι οι λέξεις ηχούν σα μαχαίρια. Οι σταγόνες ιδρώτα στο πρόσωπό μου κοκκινίζουν όσο περνά ο καιρός. Μεταμορφώνομαι, μα ταξίδια του θανάτου πάλι πίσω με γυρνάνε.
Μια νεκροφόρα όμοια με εκείνη διασχίζει το δρόμο. Ένα αμάξι ξεπετάγεται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Δεν είναι γκάμπριο. Είναι όμως κόκκινο. Τρομοκρατούμαι, θέλω να σώσω ότι προλάβω. Μα δεν προλαβαίνω πια, είναι αργά. Θέλω να σώσω τον εαυτό μου μέσα στο αμάξι. Μα τά ‘παμε, είναι πολύ αργά. Η τελευταία πνοή δεν είναι ποτέ αρκετή για να σε κρατήσει στη ζωή, η τελευταία στιγμή δεν είναι ποτέ η κατάλληλη για οποιουδήποτε είδους εξιλέωση.

Το προσευχητάρι μου κοιτά προς τας Ανατολάς. Προς Δυσμάς εγώ. Προσδοκά Ανάσταση νεκρών και ζωή του μέλλοντος εις τους αιώνας των αιώνων αμήν. Προσδοκώ τη δική μου Δύση που θα με λυτρώσει απ’ την αβάσταχτη ελαφρότητα κάθε είδους Ανατολής. Άκουσέ με. Δεν αντέχω άλλη ελαφρότητα. Δωσ’ μου βάρος, δοκίμασέ με, θα δεις ότι μπορώ να το σηκώσω. Μη με φορτώνεις άλλο με πούπουλα παγονιού, το μυαλό μου θρυμματίζεται όσο πάει αναζητώντας λίγο πιο δύσκολα, λίγο πιο ουσιώδη, λίγο πιο θεϊκά μοτίβα ζωής…


Θα λείψεις σε πολλούς
Ας δώσουμε ραντεβού από τώρα
Καλό ταξίδι

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2008

Μάθε, παιδί μου, γράμματα...


Ένα απιθανικομμύριο, πεντακόσια εξήντα πέντε φανταστικομύρια, διακόσιες εικοσιδύο χιλιάδες λύρες Λιμνούπολης και ένα.
Ο Σκρουτζ στέκει όρθιος μέσα στο θυσαυροφηλάκιό του, μέσα στους κόπους και το μόχθο μιας ζωής. Μόλις έχει ολοκληώσει το μέτρημα της αμύθητης περιουσίας του για ακόμη μια φορά. Ναι, είναι το πιο πλούσιο παπί του κόσμου.
Χιλιάδες μικρά παιδιά σε όλο τον κόσμο μεγαλώνουν μαζί του. Μεγαλώνουν έχοντας ως ήρωά τους ένα παπί, που τοποθετεί πάνω απ’ όλα το χρήμα ως υπέρτατη αξία και τον υλικό πλούτο ως μέσο κοινωνικής αποδοχής και καταξίωσης. Ο άκρατος καπιταλισμός της εποχής μου δεν αφήνει άλλα περιθώρια. Η Σουβλίτσα και ο Κλούβιος παραείναι ντεμοντέ για τα σημερινά παιδάκια, μελλοντικούς Σκρουτζ Μακντάκηδες που θα μετρούν τα ευρωλεπτά τους ένα ένα, για να υπολογίσουν την ποσοστιαία μεταβολή του κέρδους τους σε συνάρτηση με την αύξηση της τιμής των πρώτων υλών.
Και καλά θα κάνουν. Δικαίωμα του καθενός ο τρόπος ζωής του, επιλογή του ο τρόπος αξιολόγησης του εαυτού του. Μα όταν ο Σκρουτζ, από είδωλο και αφελής φαντασίωση των παιδικών μου χρόνων, πάει να μου επιβληθεί τώρα, στην εφηβεία μου, ως ο μονόδρομος για την προσωπική μου ευτυχία, τότε οι σωληνώσεις του εγκεφάλου μου κλειδωνίζονται επικίνδυνα και η παρεγκεφαλίδα μου τείνει να πέσει προς το ήπαρ.
Δεν ξέρω γιατί ήρθα σε αυτή τη ζωή, ούτε ξέρω πόσο θα ζήσω. Δεν ξέρω αν θα ζήσω πολύ ή λίγο, δεν ξέρω αν υπάρχει μετενσάρκωση για να διορθώσω τα λάθη που έκανα εδώ. Το μόνο που σίγουρα ξέρω, είναι ότι έχω αυτή τη ζωή και μπροστά μου υπάρχουν εκατοντάδες λευκές σελίδες που με περιμένουν να τις γράψω.
Ας κάνω, λοιπόν, την ανατροπή μου. Ας δώσω ένα σενάριο πρωτότυπο, νέο, ας μην αρκεστώ στην άκαρπη επανάλυψη του μοντέλου Σκρουτζ. Η πρόθεση υπάρχει. Αν επιτευχθεί ο σκοπός, θα δείξει η ιστορία.
Ένα απιθανικομμύριο, πεντακόσια εξήντα πέντε φανταστικομύρια, διακόσιες εικοσιδύο χιλιάδες λύρες Λιμνούπολης και ένα...