Έπεσα να κοιμηθώ το βράδυ, ποτισμένος με την αλαζονική βεβαιότητα ότι η ζωή μου βρίσκεται πλέον σε καλή τροχιά. Ότι θα ξυπνήσω και το κρεβάτι μου θα είναι στη θέση του, το γραφείο μου το ίδιο, η βιβλιοθήκη που φιλοξενεί τον Σαίξπηρ, τον Μπέκετ, τον Αριστοτέλη θα συνεχίσει να βρίσκεται εκεί, αιώνιο σπιτικό των αιωνίων δημιουργών. Ήμουν απολύτως σίγουρος ότι η γλυκιά ουτοπία μου, αποκλειστικό και ισόβιο πνευματικό δημιούργημά μου, η οποία εν έτει 2007 βρίσκεται δικαιολογημένα στα φόρτε της ένεκα της εφηβικής μου ηλικίας, θα συνέχιζε να υπάρχει ίδια και απαράλλαχτη όπως και πριν. Έχοντας όλα αυτά στον κουρασμένο μου νου, παρέδωσα το κορμί μου στα χέρια του Μορφέα.Ξάφνου ξύπνησα. Και η χώρα μου καιγόταν. Τα πάλαι ποτέ δάση μετατράπηκαν σε ομαδικά κοιμητήρια. Οι φωνές των παιδιών στην αυλή του χωριού ηχούν σαν οιωνός θανάτου. Κραυγές, κλάματα, απόγνωση. «Σώστε μας», «είμαστε εγκλωβισμένοι», ολιγωρία κρατικού μηχανισμού. Ασύμμετρη απειλή, Πολύδωρας. Στάη, Ευαγγελάτος, Τρέμη.
Μα… αυτή είναι η χώρα μου;
Μα που πήγε ξαφνικά ο Αριστοτέλης; Πού χάθηκαν ο Μπέκετ και ο Σαίξπηρ; Γιατί ο Αριστοφάνης σιωπάει τώρα πια, και όταν μιλά, αρκείται να τραγουδά «δωσ’ μου δωσ’ μου το κορμί χιου, είμαι είμαι ο εραχτήχ χιοιυ»;
Τα βιβλία μου είναι ακόμα εκεί. Στέκουν σκονισμένα στη βιβλιοθήκη μου. Όμως ποτέ δεν μπήκα στον κόπο να τα διαβάσω. Ίσως γι’ αυτό ο Σοφοκλής, ο Αριστοτέλης, ο Πλάτωνας με κοιτούν δίχως μάτια πια, με εκδικούνται τώρα με τη μαρτυρική και αβάσταχτη σιωπή τους…
Μα… αυτή είναι η χώρα μου.
Δύο βδομάδες πριν από τις εκλογές. Πολιτικό αλισβερίσι πάνω στα απανθρακωμένα κουφάρια. Άκριτη και ανοργάνωτη σπατάλιση τριχίλιαρων. Σκληρό ροκ στα δελτία ειδήσεων.
Εμείς θα φτιάξουμε τη Νέα Ολυμπία!
Ο Έλληνας πολίτης χρειάζεται σιγουριά για την επόμενη μέρα!
Η νίκη είναι δεδομένη, κυρία Στάη μου…
Και, πίσω από όλους αυτούς, μία μάνα σφιχταγκαλιάζει τα παιδιά της. Οι καβγάδες των κομμάτων είναι υπερβολικά χαμηλόφωνοι για να ακουστούν ως την Ηλεία. Το μόνο που ακούει εκείνη η μάνα είναι οι τρεις καθαρές, αθώες ψυχές της που ικετεύουν πανικόβλητες:
«Μαμά, καίγομαι».
Μία μάνα που απλώνει τις χάρτινες φτερούγες της για να προστατεύσει ό,τι πολυτιμότερο έχει από τη χειρότερη μορφή θανάτου. Μα είναι άνθρωπος, ύλη, σάρκα. Και η σάρκα καίγεται…
Πόσα δεν μου είπαν οι πολιτικοί ηγέτες. Πόσα έκρυψαν από μένα κι από σένα και από τον Κώστα, τη Γεωργία, το Θανάση, τη Μαίρη.
Μου αρέσει η εξουσία
Μου αρέσει το χρήμα
Θέλω λεφτά. Λεφτά, λεφτά, λεφτά.
Χέστηκα για την Ελλάδα.
Νοιάζομαι μόνο για τον εαυτό μου.
Λεφτά, λεφτά, λεφτά.
Η ουτοπία μου έχει πλέον καταρρεύσει. Στον κόσμο της πολιτικής δεν υπάρχει πια εμπιστοσύνη, τους φοβάται. Δεν υπάρχει αγάπη, τη φοβούνται αυτοί. Δεν υπάρχει ανιδιοτέλεια, τη σκότωσαν. Υπάρχει η αλήθεια μου, η αλήθεια σου, η αλήθεια όλων μας. Υπάρχει ο χαλασμένος μου ύπνος. Ξύπνησα στη μέση της νύχτας από την υπερβολική ζέστη της φωτιάς που έγλυφε το μέτωπό μου. Από το βουβό κλάμα του σκονισμένου Αριστοτέλη. Από τις κραυγές της μοιραίας μάνας. Από τις φωνές των πολιτικών αρχηγών. Πόσο ουρλιάζουν όσα δεν μου είπαν…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου