
Επικοινωνία – η βασίλισσα των επιστημών, η κινητήριος δύναμη της εξέλιξης του ανθρώπινου πολιτισμού. Δίχως αυτή κατά πάσα πιθανότητα θα ζούσα σήμερα μέσα σε μια σπηλιά και θα τρεφόμουν με ζώα που θα αιχμαλώτιζα με τα χέρια μου, για να μην αναφερθώ στην αντικατάσταση του adidas t-shirt μου με τη μοναδική μόδα η οποία αναπτύχθηκε την εποχή των σπηλαίων: μια πολύ chick προβιά προβάτου, αρκούδας ή άλλου συμπαθέστατου ζωντανού. Μη γελάς, μη δυσανασχετείς. Κι εσύ στην ίδια κατάσταση μ’ εμένα θα ήσουν, αν δε σου είχαν μάθει ότι κ+α=κα και ότι ρ+ε=ρε («αλλά αυτή είναι πολύ κακιά λέξη και πιπέρι στο στόμα όταν τη λέμε», για να θυμηθώ και την ένδοξη νηπιαγωγό μου). Το σημαντικότερο πρόβλημα στις κοινωνίες του 21ου αιώνα (εκεί δεν είμαστε; Γιατί μπερδεύομαι καμιά φορά…) λένε οι ψυχολόγοι, είναι η έλλειψη επικοινωνίας με τον εαυτό μας. Το διάβασα σε ένα περιοδικό, το διάβασα σε δεύτερο, έπειτα σε τρίτο, ε, και με προκάλεσε. Σκέφτηκα «μα τόσο δύσκολο είναι να επικοινωνήσεις με τον εαυτό σου;». Αποφάσισα λοιπόν να το επιχειρήσω
Μένοντας κλεισμένος στην αβάσταχτη ελαφρότητα και την έμφυτη ανησυχία του μόνου ανθρώπου που συμπαθώ αλλά δυσκολεύομαι τόσο να αγαπήσω, με πιάνω να κάνω πάντα την πρώτη κίνηση: «Εαυτέ. Είμαστε οι δυο μας τώρα. Εγώ κι εσύ. Χωρίς μαμά, χωρίς γκόμενα, χωρίς κανέναν. Θες να επικοινωνήσουμε;». Τον κοιτάω, τον έχω μπροστά μου, τον βλέπω. Κάθε φορά που πάω μπροστά σε εκείνο το μαγικό γυαλί στο μπάνιο, βλέπω τη μορφή του – μου μοιάζει, για να μη σου πω ότι είναι φτυστός εγώ. Στην αρχή φαινόταν ωραίος τύπος. Κάθομαι λοιπόν και περιμένω να μου απαντήσει. Ένα νεύμα, ένα συνωμοτικό κλείσιμο του ματιού, μια φιλική χειρονομία, κάτι. Αλλά αυτός αρνείται πεισματικά να μου δώσει έστω ένα στοιχείο που να υποδηλώνει επικοινωνία μεταξύ μας, με αγνοεί επιδεικτικότατα. Με κοιτά ανένδοτος, αμίλητος, ακίνητος. Κι όταν η υπομονή μου εξαντληθεί και δεν αντέχω άλλο την κοπιώδη αναμονή για την απάντησή του, αρχίζει και αντιδρά με πολύ άσχημο τρόπο: με κοροϊδεύει. Κάνει ό, τι κάνω.
Αυτή είναι η μοναδική επαφή που είχα με τον εαυτό μου ως σήμερα. Α, ξέχασα και τις στιγμές που κάνουμε έρωτα. Η μοναδική στάση που κάνουμε είναι το «αυνανισμός». Εκεί εγώ περνάω πολύ καλά. Εκείνος δεν ξέρω. Δε μιλά ποτέ. Μόνο θέτει τον εαυτό του στη διάθεσή μου για να ικανοποιήσω τις εκάστοτε σεξουαλικές ορέξεις μου.
Καμιά φορά επιλέγω να κοιμηθώ. Όχι, δε μιλάω μεταφορικά. Μεταφορικά κοιμόμαστε όλοι μας τον ύπνο του δικαίου αλλά αυτό δεν είναι θέμα του παρόντος κειμένου. Επιλέγω να κλείσω τα μάτια μου και να ονειρευτώ ότι επικοινωνώ μαζί του. Ίσως, σκέφτομαι, ο εαυτός μου να είναι παγιδευμένος μέσα σε αυτό το γυαλί που υπάρχει στο μπάνιο μου, πιθανόν να τον κρατά αιχμάλωτο μια σκοτεινή δύναμη, όπως η Σαμάρα στο Ring2, και να μπορώ να επικοινωνήσω μαζί του μόνο μέσα από τα όνειρα.
Εξάλλου, το να ονειρεύεσαι είναι πολύ πιο εύκολο και πολύ πιο ανώδυνο από το να προσπαθείς.
Κοιμήθηκα, λοιπόν, για νύχτες πολλές, και μέρες. Κοιμήθηκα με ζήλο, με προθυμία, με πάθος θα έλεγα. Με απέλυσαν απ’ τη δουλειά μου επειδή αργούσα το πρωί και επειδή τις ώρες τις οποίες πληρωνόμουν για να δουλεύω, εγώ κοιμόμουν. Οι γονείς μου με απεκάλεσαν χαραμοφάη. Σιγά σιγά παροιμίες του θυμόσοφου λαού σε σεξιστική παραλλαγή (με το νου πλουταίνει ο γιος με τον ύπνο ο ακαμάτης) έγιναν κομμάτι της καθημερινότητάς μου. Ο στόχος μου όμως ήταν σαφής και κανείς δε θα στεκόταν εμπόδιο στην επίτευξή του.
Απόλυτο σκοτάδι. Απουσία ήχων. «Κουφάθηκα;» σκέφτομαι. Ταυτόχρονα, ένα μικρό φως που όλο και δυναμώνει μου δίνει την ευκαιρία να διαβάσω κάποιες ταμπέλες μπροστά μου: «Στέλεχος» έγραφε η μία. «Προς παρεγκεφαλίδα» η άλλη. Μα τι στο…
Πριν προλάβω να ολοκληρώσω το συλλογισμό μου, μες στο μυαλό μου άναψαν φώτα, φώτα που δυσκόλευαν την όρασή μου, κάνοντάς με εν δυνάμει τυφλό. Απέναντί μου, σε απόσταση δύο μέτρων, στεκόταν επιτέλους ΕΚΕΙΝΟΣ. Φτυστός με εμένα, αλλά πιο μελαμψός. Με μούσι που εγώ ποτέ δε θα άφηνα. Και με μια αγριάδα, μια γυαλάδα, μια απονιά στο βλέμμα…
Πριν προλάβω να πω τίποτα άρχισε να προχωρά προς το μέρος μου. Γρήγορα κι αποφασιστικά. Χωρίς ενδοιασμούς. Φτάνοντας μπροστά ακριβώς από τη μύτη μου, με τις καυτές ανάσες μας να κονταροχτυπιούνται, ψυθίρισε: “bikelis, it is time…”.
Σάστισα ! Για να καταλάβετε πόσο χαμένα τα είχα, πρέπει να ένιωσα όπως ο John Cohnor στον τελευταίο Terminator. Τα μάτια του έκλεισαν και το πρόσωπό του άσπρισε ολόκληρο. Μου θύμισε σκηνή από τον Εξορκιστή. Ήταν τρομακτικό. Περίμενα να ανοίξει τα μάτια του και να δω το διαβολικό κόκκινο χρώμα, ψελλίζοντας «εφιάλτης είναι, θα ξυπνήσω».
Τα μάτια του άνοιξαν και ταυτόχρονα το στόμα του άφησε μια εκκωφαντική κραυγή. Στο βλέμμα του δεν υπήρχαν κόρες. Υπήρχαν δύο μικρά σημαδάκια, που μόλις μπορούσα να διακρίνω. Ήταν το σήμα του ευρώ. Μισοφέγγαρο, με δύο οριζόντιες γραμμές στη μέση.
Άνοιξα τα μάτια μου. Πήγα να σηκωθώ σίγουρος ότι βρίσκομαι στο ασφαλές κρεβάτι μου, και αποφασισμένος, μετά από αυτό το σαχλό όνειρο, ότι τα παιχνίδια αναζήτησης του ενδότερου εαυτού μου θα λάμβαναν τέλος.
«Από σήμερα επιστρέφω στη δουλ…» ΖΝΤΟΥΠ!
Όχι στο Mega. Σε ένα γυαλί. Ένα τζάμι ήταν μπροστά μου. Ένα αδιαπέραστο τζάμι. Πίσω απ’ αυτό, μπορούσα εύκολα να διακρίνω την τουαλέτα. Αριστερά το ντους μου. Μα… κάποιος πλένει τα δόντια του στο νιπτήρα. Είναι σκυμμένος, δεν μπορώ να δω. Έχει ίδιο κούρεμα μ’ εμένα. Δίπλα απ’ την τουαλέτα πεταμένο το ΑΛΑΝΙ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟΥ, και στην πρώτη σελίδα η φωτογραφία μου. Μάλλον όχι. Η φωτογραφία του εαυτού μου στέκει άνωθεν της λεζάντας: Ο BIKELIS ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ! Μέσα στο γυαλί τα μέλη μου αδρανούν. Δε μπορώ πια να κουνηθώ.
Τι συμβαίνει;
Μένοντας κλεισμένος στην αβάσταχτη ελαφρότητα και την έμφυτη ανησυχία του μόνου ανθρώπου που συμπαθώ αλλά δυσκολεύομαι τόσο να αγαπήσω, με πιάνω να κάνω πάντα την πρώτη κίνηση: «Εαυτέ. Είμαστε οι δυο μας τώρα. Εγώ κι εσύ. Χωρίς μαμά, χωρίς γκόμενα, χωρίς κανέναν. Θες να επικοινωνήσουμε;». Τον κοιτάω, τον έχω μπροστά μου, τον βλέπω. Κάθε φορά που πάω μπροστά σε εκείνο το μαγικό γυαλί στο μπάνιο, βλέπω τη μορφή του – μου μοιάζει, για να μη σου πω ότι είναι φτυστός εγώ. Στην αρχή φαινόταν ωραίος τύπος. Κάθομαι λοιπόν και περιμένω να μου απαντήσει. Ένα νεύμα, ένα συνωμοτικό κλείσιμο του ματιού, μια φιλική χειρονομία, κάτι. Αλλά αυτός αρνείται πεισματικά να μου δώσει έστω ένα στοιχείο που να υποδηλώνει επικοινωνία μεταξύ μας, με αγνοεί επιδεικτικότατα. Με κοιτά ανένδοτος, αμίλητος, ακίνητος. Κι όταν η υπομονή μου εξαντληθεί και δεν αντέχω άλλο την κοπιώδη αναμονή για την απάντησή του, αρχίζει και αντιδρά με πολύ άσχημο τρόπο: με κοροϊδεύει. Κάνει ό, τι κάνω.
Αυτή είναι η μοναδική επαφή που είχα με τον εαυτό μου ως σήμερα. Α, ξέχασα και τις στιγμές που κάνουμε έρωτα. Η μοναδική στάση που κάνουμε είναι το «αυνανισμός». Εκεί εγώ περνάω πολύ καλά. Εκείνος δεν ξέρω. Δε μιλά ποτέ. Μόνο θέτει τον εαυτό του στη διάθεσή μου για να ικανοποιήσω τις εκάστοτε σεξουαλικές ορέξεις μου.
Καμιά φορά επιλέγω να κοιμηθώ. Όχι, δε μιλάω μεταφορικά. Μεταφορικά κοιμόμαστε όλοι μας τον ύπνο του δικαίου αλλά αυτό δεν είναι θέμα του παρόντος κειμένου. Επιλέγω να κλείσω τα μάτια μου και να ονειρευτώ ότι επικοινωνώ μαζί του. Ίσως, σκέφτομαι, ο εαυτός μου να είναι παγιδευμένος μέσα σε αυτό το γυαλί που υπάρχει στο μπάνιο μου, πιθανόν να τον κρατά αιχμάλωτο μια σκοτεινή δύναμη, όπως η Σαμάρα στο Ring2, και να μπορώ να επικοινωνήσω μαζί του μόνο μέσα από τα όνειρα.
Εξάλλου, το να ονειρεύεσαι είναι πολύ πιο εύκολο και πολύ πιο ανώδυνο από το να προσπαθείς.
Κοιμήθηκα, λοιπόν, για νύχτες πολλές, και μέρες. Κοιμήθηκα με ζήλο, με προθυμία, με πάθος θα έλεγα. Με απέλυσαν απ’ τη δουλειά μου επειδή αργούσα το πρωί και επειδή τις ώρες τις οποίες πληρωνόμουν για να δουλεύω, εγώ κοιμόμουν. Οι γονείς μου με απεκάλεσαν χαραμοφάη. Σιγά σιγά παροιμίες του θυμόσοφου λαού σε σεξιστική παραλλαγή (με το νου πλουταίνει ο γιος με τον ύπνο ο ακαμάτης) έγιναν κομμάτι της καθημερινότητάς μου. Ο στόχος μου όμως ήταν σαφής και κανείς δε θα στεκόταν εμπόδιο στην επίτευξή του.
Απόλυτο σκοτάδι. Απουσία ήχων. «Κουφάθηκα;» σκέφτομαι. Ταυτόχρονα, ένα μικρό φως που όλο και δυναμώνει μου δίνει την ευκαιρία να διαβάσω κάποιες ταμπέλες μπροστά μου: «Στέλεχος» έγραφε η μία. «Προς παρεγκεφαλίδα» η άλλη. Μα τι στο…
Πριν προλάβω να ολοκληρώσω το συλλογισμό μου, μες στο μυαλό μου άναψαν φώτα, φώτα που δυσκόλευαν την όρασή μου, κάνοντάς με εν δυνάμει τυφλό. Απέναντί μου, σε απόσταση δύο μέτρων, στεκόταν επιτέλους ΕΚΕΙΝΟΣ. Φτυστός με εμένα, αλλά πιο μελαμψός. Με μούσι που εγώ ποτέ δε θα άφηνα. Και με μια αγριάδα, μια γυαλάδα, μια απονιά στο βλέμμα…
Πριν προλάβω να πω τίποτα άρχισε να προχωρά προς το μέρος μου. Γρήγορα κι αποφασιστικά. Χωρίς ενδοιασμούς. Φτάνοντας μπροστά ακριβώς από τη μύτη μου, με τις καυτές ανάσες μας να κονταροχτυπιούνται, ψυθίρισε: “bikelis, it is time…”.
Σάστισα ! Για να καταλάβετε πόσο χαμένα τα είχα, πρέπει να ένιωσα όπως ο John Cohnor στον τελευταίο Terminator. Τα μάτια του έκλεισαν και το πρόσωπό του άσπρισε ολόκληρο. Μου θύμισε σκηνή από τον Εξορκιστή. Ήταν τρομακτικό. Περίμενα να ανοίξει τα μάτια του και να δω το διαβολικό κόκκινο χρώμα, ψελλίζοντας «εφιάλτης είναι, θα ξυπνήσω».
Τα μάτια του άνοιξαν και ταυτόχρονα το στόμα του άφησε μια εκκωφαντική κραυγή. Στο βλέμμα του δεν υπήρχαν κόρες. Υπήρχαν δύο μικρά σημαδάκια, που μόλις μπορούσα να διακρίνω. Ήταν το σήμα του ευρώ. Μισοφέγγαρο, με δύο οριζόντιες γραμμές στη μέση.
Άνοιξα τα μάτια μου. Πήγα να σηκωθώ σίγουρος ότι βρίσκομαι στο ασφαλές κρεβάτι μου, και αποφασισμένος, μετά από αυτό το σαχλό όνειρο, ότι τα παιχνίδια αναζήτησης του ενδότερου εαυτού μου θα λάμβαναν τέλος.
«Από σήμερα επιστρέφω στη δουλ…» ΖΝΤΟΥΠ!
Όχι στο Mega. Σε ένα γυαλί. Ένα τζάμι ήταν μπροστά μου. Ένα αδιαπέραστο τζάμι. Πίσω απ’ αυτό, μπορούσα εύκολα να διακρίνω την τουαλέτα. Αριστερά το ντους μου. Μα… κάποιος πλένει τα δόντια του στο νιπτήρα. Είναι σκυμμένος, δεν μπορώ να δω. Έχει ίδιο κούρεμα μ’ εμένα. Δίπλα απ’ την τουαλέτα πεταμένο το ΑΛΑΝΙ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟΥ, και στην πρώτη σελίδα η φωτογραφία μου. Μάλλον όχι. Η φωτογραφία του εαυτού μου στέκει άνωθεν της λεζάντας: Ο BIKELIS ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ! Μέσα στο γυαλί τα μέλη μου αδρανούν. Δε μπορώ πια να κουνηθώ.
Τι συμβαίνει;
Μήπως ονειρεύομαι ακόμα;
2 σχόλια:
egeniazo ta sxolia sou loipon...
o titlos sou mallon perissotero paravolikos mou ekane para outopikos. sinirmiki grafi kai agilotes plirofories pou kataligoun se mia eikona.
diavaza prin ligo kero kati gia tin prospathia. Kapou stis anafores tou keimenou ipirxe ena sxolio pou mou ekane ediposi kai to paravallo edo: otan prospathis iparxi o fovos na min ta kataferis... dromologise...
sto idio keimeno perilamvane kai kati akoma. Milouse gia mia methodo prosegisis tou eaftou, oxi me ta dio prosopa opos anaferis efstoxa sto keimeno sou alla me ta tria prosopa. To ena itan i diki sou optiki sta pragmata, to allo i optiki tou sinomiliti sou kai to trito i matia tou aplou paratiriti. otan pernouse o kathe xaraktiras kai apo ta tria stadia, i eikona pou eixe stin arhi allaze...
tha mou peis ti arradiazo ola afta... oi sinirmoi sou prodidoun enan igios provlimatismeno anthropo pou apo tin apli erotiki epafi mexri kai to anoigma tis tileorasis, epilegei na katanoei para na dexete xoris krisi. afto apo mono tou prodidei oti tin triti matia, afti tou anthropou paratiriti, tin lamvaneis apo to internet esto mesa apo to blog sou kai tin anazitas -an oxi kai tin lamvanis- kai stin kathimerinotita sou.
axxx... polla egrapsa kai afta ataktos topothetimena dedomenou oti edo sta ksena i oran einai sxedon 2 ta xaramata...
se efharisto pou episkeftikes to blog mou kai mou edoses tin efkeria na se gnoriso mesa apo ti grafi sou
kala na pernas kai dimourgika
sxetika me afto pou anaferis me ta tria prosopa os methodo prosegkisis tou eaftou. pios leei oti i optiki tou sinomiliti mou de mpori na taftizete me tin optiki enos aplou paratiriti?
hasapis ise i psixologos?
hehe
sefharisto gia to poli endiaferon comment
efhome sintoma epistrofi stin patrida. mpori na ehi xilia strava, alla tin agapame pistevo.
Δημοσίευση σχολίου