
«…Κι αν θέλεις χρήμα να δεις
μην είσαι τόσο αφελής
να γίνεις σαν πρωτοπαλίκαρο κι εσύ της Βουλής…»
Το ραδιόφωνο ήταν ακόμα ανοιχτό, σταθερά στο Ντάγλα εφ εμ. Ο Νάιβο έριχνε τα στιχάκια του στα αυτιά των νταγλαρομένων ακροατών σαν γάργαρο, κελαριστό σπράιτ, κι εκείνοι κατανάλωναν και απολάμβαναν. Μα έτσι είναι οι τουρίστες. Μέσα στον καυτό ήλιο του Αουγκούστους, δώσε τους δροσιά και πάρ τους τη ζωή αν γίνεται. Το αρχαίο θέατρο αφήνεται νωχελικά στις τελευταίες φωτεινές σκελίδες, λίγο πριν η νύχτα σκεπάσει τη γη, ίσως και την ψυχή μας. Τη μία, ενιαία και αδιαίρετη ψυχή όλων όσων ανήκουν στον είδος των ανθρώπων, την ψυχή που καθημερινά δολοφονείται κι όλο ανασταίνεται, προχωρά, πέφτει και ξανασηκώνεται. Σταθερά.
Η Επίδαυρος τη νύχτα μεταμορφώνεται. Τα άστρα τη λούζουν φως θεϊκό, η αύρα της σε μεταρσιώνει σε ατμόσφαιρες ιδεαλιστικές. Και, σαν πέσει η σιωπή στο χώρο, θαρρείς πως, αν κοντοσταθείς, μπορείς ν’ ακούσεις φωνές από μακριά να ταξιδεύουν. Τους ήχους από αυτοσχέδια συναυλία, από υποκρισίες λαμπρές, από αγώνες μουσικούς, δραματικούς, αληθινούς. Τα εν άστει Διονύσια, τα Μικρά Διονύσια, ο Σοφοκλής με τις σημειώσεις του, η Μήδεια με τα αιματοβαμμένα χέρια της, ο Οιδίποδας, τόσο έξυπνος μα τόσο τυφλός, αρχικά στο μυαλό, έπειτα στην ψυχή και το σώμα του. Να και η Αντιγόνη, ακολουθεί η Ισμήνη. Οι ήρωες που πέθαναν δε θα φύγουν ποτέ. Ζουν τα καλοκαίρια εκεί. Συναντούν ο ένας τον άλλον, και έπειτα το κοινό. Μετά από εκατομμύρια παραστάσεις σε όλο τον κόσμο, έχουν ακόμη την ίδια αγωνία για το αν θα μπορέσουν να αρέσουν, να επικοινωνήσουν τις ζωές τους, να ενωθούν με τους ανθρώπους του σήμερα και το παράλληλο σύμπαν τους.
Η Ηλέκτρα είναι 9 χρονών. Μεγάλωσε στην Ισπανία, κοντά στους Έλληνες θείους της, κοιλάρφανη. Πήγε σε ελληνικό σχολείο, διδάχθηκε νέα ελληνικά κείμενα, μα όχι τη νέα ελληνική κουλτούρα. Διδάχθηκε, ακόμα, την αρχαία εκδοχή της σύγχρονης γλώσσας. Και, μέσα από τα αρχαία ελληνικά κείμενα, διέκρινε ένα κάποιο σπέρμα αρχαιοελληνικής ιδεολογίας.
Είναι η πρώτη φορά που η Ηλέκτρα βρίσκεται επί ελληνικού εδάφους. Ο έρωτας, ο βήχας και ο παράς δεν κρύβονται και εκείνη δεν κάνει καμία προσπάθεια να κρύψει τον ενθουσιασμό της για κάθε τι που βλέπει γύρω της. Όλα όσα είχε διαβάσει, όσα είχε ακούσει και ονειρευτεί για την πατρίδα των γονιών και των παππούδων της, έστεκαν τώρα ολοζώντανα μπρος της. Μπορούσε να τα επιβεβαιώσει ιδίοις όμασοι. Ή και όχι…
Το κοίλον του θεάτρου είχε ήδη αρχίσει να γεμίζει από κόσμο. «Σοφοκλέους Αντιγόνη» η αποψινή παράσταση, και η Αντιγόνη στριφογυρίζει αγχωμένος στο ξέφωτο, πίσω από τον κόσμο, πίσω από τις φωνές του σήμερα. Φορούσε τη λευκή φορεσιά της, ενώ τα λεπτά, αισθησιακά της πόδια στόλιζαν χρυσά σανδάλια. «Έπρεπε, έπρεπε να είχα βγει στα μαγαζιά, να δω πώς ντύνονται σήμερα, να…» μονολογούσε αγχωμένη. Ο Σοφοκλής, εντούτοις, ήταν κάθετος: αυτή η αφήγηση της ιστορίας του θα γινόταν δίχως νεωτερισμούς, όπως είχε παρουσιαστεί τότε, στα Μεγάλα Διονύσια, χαρίζοντάς του το πρώτο βραβείο και κάνοντας τον Αισχύλο δυσκοίλιο ένεκα φαγωμάρας.
«Είσαι πολύ όμορφη». Μια αγγελική φωνή αντήχησε πίσω της, και η Αντιγόνη σιώπησε. Γύρισε αργά αργά και, τρέμοντας, ρώτησε το κορίτσι που έστεκε απέναντί της: «Ποια είσαι;». «Είμαι η Ηλέκτρα. Θα δω την παράστασή σας. Είστε πολύ όμορφη, κυρία. Θα μου δώσετε ένα αυτόγραφο;». «Ένα… τι;». «Αυτόγραφο…». «Δε… δε… ήταν πολύ νόστιμα και τα φάγαμε όλα.» είπε η Αντιγόνη αμήχανα. «Α.. Καλά. Τότε θα σας δω μετά. Καλή επιτυχία κυρία!» ψιθύρισε η Ηλέκτρα και έτρεξε να πάει πίσω, στις θέσεις με τη θεία της.
-Εδώ είσαι, παιδάκι μου! Κι έφαγα τον κόσμο να σε βρω! Α πα πα με μπαήλντισες! Τώρα θα έστελνα να σε φωνάξουν από τα μεγάφωνα!
-Μα θεία, δεν έχει μεγάφωνο εδώ…
-Θα σε φώναζα εγώ μόνη μου! Άντε, κάτσε τώρα…
-Ναι. Ο θείος πότε θα έρθει;
-Δε θα έρθει. Είχε δουλειά.
-Σάββατο βράδυ;
-Πολλά ρωτάς για την ηλικία σου μικρή. Ναι, Σάββατο βράδυ!
Η ώρα πλησίαζε δέκα. Ο ήλιος είχε δύσει για τα καλά, το θέατρο είναι γεμάτο απ’ άκρη σ’ άκρη του. «Σαν άλλοτε…» μονολογεί η Ισμήνη, που κρυφοκοιτά τον κόσμο πίσω από τον ψηλό τοίχο που τους κρύβει. Ξάφνου, νευρικά στρατιωτικά βήματα διέκοψαν την ιερή στιγμή της αναπόλησής της, και από τα δεξιά φάνηκε το εκνευρισμένο πρόσωπο του Κρέοντα.
-Γιατί δεν ξεκινάμε; Τι περιμένουμε επιτέλους !!
-Δεν ξέρω, δεν ξέρω… Περιμένω να σβήσουν τα φώτα!, απάντησε ανήσυχα ο Σοφοκλής, αιώνιος, αστείρευτος σκηνοθέτης. Όπου να ΄ναι θα…
Τα λόγια του διέκοψε ένα μαζικό, χαοτικό «ααααααααα» που ακούστηκε από την μεριά των θεατών. Ουρλιαχτά, τσιρίδες, σπρωξίματα. Φωνές: “νάτος! Νάτος! Ο Νάιβο! Νάιβοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοο αααααααααααααααααΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ”.
Η Αντιγόνη κοιτούσε εκστασιασμένη. «Μα… ποιος είναι αυτός;» σκέφτηκε.
-Εριέττα, κυρίες και κύριοι, βρισκόμαστε στην είσοδο του αρχαίου θεάτρου της Επιδαύρου, όπου μόλις πριν από λίγο έκανε την είσοδό του ο δημοφιλής τραγουδιστής Νάιβο! Ο νο 1 Έλληνας σταρ θα παρακολουθήσει μαζί με το μάνατζέρ του, Άρη Παπάρη, το έργο του Σοφοκλή ‘Αντιγόνη’ και έπειτα θα μοιράσει αυτόγραφα στους παρευρισκομένους. Δυστυχώς, δε μας έκανε κάποια δήλωση.
-ΣΤΟΠ! Καλώς. Στήσε την κάμερα πάνω του τώρα και τράβα τον σε όλη την παράσταση.
-Μα… ήρθα εδώ για να καλύψω το έργο, όχι το Νάιβο
-Ρε ακούς τι σου είπα; Άντε μπράβο…
Ο Αλέκος Αρλάφου δυσανασχέτησε, πήρε την κάμερά του στον ώμο και κατέβηκε να τη στήσει στο μέρος που του είχαν υποδείξει, μονολογώντας. «Για ένα μισθό και μια τιμή ζούμε ρε γαμώτο»…
Σβήστε τα φώτα! Αρχίζει! ΣΣσσσσσσσσσσς! Σιωπή! Έσβησες το κινητό; Ξύπνα μπαμπά, αρχίζει! ΗΣΥΧΙΑ!!!
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Όλοι πρέπει να υπακούν τον άρχοντα που η πόλη ανέδειξε;
ΚΡΕΩΝ
Η αναρχία καταστρέφει πόλεις και διαλύει συμμαχίες!
(…)
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Πατρίδα των γονιών μου, Θήβα, θεοί πανάρχαιοι της γενιάς μου, πάει, τέλειωσε, με παίρνουν! Κοιτάτε με της Θήβας άρχοντες τη μόνη στερνή βασιλοπούλα, εμένα, τι παθαίνω και από ποιους, για να …
«ΣΤΑΜΑΤΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ! Να ρίξει φωτιά ο ουρανός να σε κάψει ζωντανό, να σε σκοτώσει και στην κόλαση μέσα να κρεμαστείς από κρεμάλες, κακιέ βασιλιά και θείε!»
Όλοι πάγωσαν. Τα βλέμματα δεν ήταν πια στραμμένα στην τραγωδία επί σκηνής. Τα βλέμματα στράφηκαν στην τραγωδία των δακρυσμένων ματιών ενός μικρού κοριτσιού, η φωνή του οποίου αντήχησε σαν αστραπή για να ξυπνήσει τους κοιμισμένους θεατρόφιλους. Ήταν η μικρή Ηλέκτρα. Κοιτούσε τον Κρέοντα κατάματα, κοιτούσε την Αντιγόνη, έκλαιγε. Αμέσως τα γιουχαΐσματα και οι αποδοκιμασίες του νεοελληνικού πολιτισμού σπίλωσαν τον ιερό χώρο του αρχαίου λίκνου της τέχνης του θεάτρου. «Απολίτιστο, χαμένο, γυφτάκι, κακομαθημένο, βρωμόπαιδο». Και συνέχιζαν, όλοι μαζί, θαυμάσιος πολιτισμένος όχλος.
Ο Αλέκος Αρλάφου ένιωσε κάτι να σπάει μέσα του. Παράτησε την κάμερά του και έτρεξε προς τη μικρή Ηλέκτρα. Την άρπαξε από τα χέρια της θείας της, η οποία την έσφιγγε τώρα επικίνδυνα στο λαιμό, την έκλεισε στην αγκαλιά του, και την έβγαλε προστατευτικά απ’ το στάδιο, όσο η αρένα του διψασμένου για τέχνη πλήθους έδινε εντολές στους άναυδους ήρωες: «Άντε. Συνεχίστε τώρα. Έφυγε το μικρό...» - «Μαμά-σε-πόση-ώρα-τελειώνει;-Σους-Ανέττα-κοριτσάκι-μου!».
-Ξέρω καλά, ξέρω καλά πώς είναι να μη σε αγαπούν. Ξέρω καλά πώς είναι να μη σε θέλει ο θείος σου, και να σου μιλάει άσχημα, και να σε χτυπάει, να σου λέει ότι θέλει να σε…
-Να σε…;
Η μικρή Ηλέκτρα σπάραζε στην αγκαλιά του Αλέκου. Κι εκείνος, που ποτέ, ποτέ του δεν είχε αγαπήσει τα παιδιά, ένιωθε τώρα, για πρώτη φορά στη ζωή του, ένα ανεξήγητα δυνατό συναίσθημα, να προστατεύσει αυτό το αθώο πλάσμα, που έβλεπε στην αγκαλιά του το μόνο του πια καταφύγιο.
-Αλήτη, ρεμάλι, δημοσιογραφίσκε του κώλου! Πού είναι, ρε, τα πλάνα που σου ζήτησα; Τι θα παίξει ρε αύριο η κρατική; Ε;
-Να, ξέρετε, πάνω στο χαμό έριξα κάτω και την κάμερα…
-Να γαμήσω την κάμερα κι εσένα ρε μάπα! Απολύεσαι! Τέρμα! Θα βρούμε άλλον!
Μα όταν κλείνει μια πόρτα, αμέσως ανοίγει ένα παράθυρο…
Ο κόσμος έχει βγει από το θέατρο. Άλλοι τρώνε πατατάκια, άλλοι παίζουν κυνηγητό, κοσμικές κυρίες δηλώνουν στα κανάλια πόσο τις έχει αλλάξει η μητρότητα, όχι όμως και στο κρατικό κανάλι, που έμεινε χωρίς ρεπόρτερ. Ο Αλέκος στέκει στον έρημο πια χώρο του Επιδαύριου θεάτρου, αγκαλιά με την μικρή Ηλέκτρα. Η παράσταση τελείωσε, ο κόσμος χάθηκε. Επέστρεψε στη μικροαστική, άναρχα τσιμεντοποιημένη καθημερινότητά του, αφού κάλυψε την ενοχή και το χρέος του απέναντι στο ποιοτικό θέατρο και την τέχνη εν γένει, μπορώντας πλέον να αναφωνεί ως το χειμώνα «Πήγαμε-και-στην-Επίδαυρο-με-το-καραβάκι.-Και-η-Ανέττα,-βέβαια!»
Η Ηλέκτρα είναι ακόμη στην αγκαλιά του. Δεν κλαίει πια. Χαμογελά, και το χαμόγελό της είναι φωτεινό, πιο φωτεινό κι απ΄ αυτό του ήλιου. Γύρω-γύρω τους μαζεύονται κυκλικά άνθρωποι. Είναι η ηθοποιός που έκανε την Αντιγόνη. Αλλά και ένας μουσάτος ψηλός άνδρας. Και η θεία της Ηλέκτρας, η οποία κάτω απ’ τα γάντια της αποκαλύπτει ένα ζευγάρι αιματοβαμμένα χέρια! Κι εκείνος ο άνδρας, με το πληγωμένο βλέμμα… Ο Αλέκος τρομάζει. Κάνει να φύγει μα τον έχουν περικυκλώσει.
-Ποιοι είστε; Τι θέλετε από μένα;
-Μη φοβάσαι, προχώρησε ο μουσάτος . Η ευαισθησία της ψυχής σου σε οδήγησε εδώ. Τώρα ήρθε η στιγμή. Κοντά μου. Κοντά μας.
-Για σόρυ λίγο ρε φίλε, αλλά πρώτη φορά σε βλέπω, ποιος είσαι;
-Ο Σοφοκλής, του είπε και τον κοίταξε κατάματα.
Ο Αλέκος νιώθει να στροβιλίζεται μέσα σε παράλληλες ρουφήχτρες φαντασίας. Το σώμα του γίνεται όλο και ελαφρύτερο, ενώ μια δύναμη μυστική, σχεδόν μυσταγωγική πλανάται στην ατμόσφαιρα του θεάτρου και να τον ανυψώνει. Κοίταξε γύρω του: ο κόσμος δεν υπήρχε πια. Η νύχτα τον αγκαλιάζει μια για πάντα, τυλίγοντας το κορμί του σε λευκό χιόνι, αφήνοντας την ψυχή του να δημιουργεί ελεύθερα μέσα στους αιώνες. Χωρίς κάμερες, χωρίς ύλη, χωρίς διάττοντες αστέρες. Με μόνη συντροφιά του τα παντοτινά άστρα της νύχτας, που λούζουν με αιώνιες ελπίδες ψυχικής ανατάσεως τη Μάνα Γη.
1 σχόλιο:
se ksekinisa alla logo forto ergasias den teliosa
tha epaneltho sidoma na telioso
distixos makria apo tin patrida den exo toso perithorio na houzourepso
filia
Δημοσίευση σχολίου