Η πόρτα άνοιξε και ένα ειδιλιακό περιβάλλον αποκαλίφθηκε. Κόκκινα σατέν στους τοίχους, πιατέλες κρεμασμένες στις κουρτίνες, κουκλες και κούκλοι ντυμένες - οι με κομψές, ανατολίτικες φορεσιές. Μια μυρωδιά παστρουμά πλανάται στην ατμόσφαιρα, αναμεμειγμένη με την αφασία ναργιλέδων διαφόρων γεύσεων, ενώ μια υποψία χασισιού στην ατμόσφαιρα μαστουρώνει γλυκά τις σκέψεις σου. Και, σαν κερασάκι στην τούρτα, ένα πολλά υποσχόμενο Πολίτικο μενού. Αφού δεν πήραμε τελικά την Πόλη, ας γευθούμε τις σπεσιαλιτέ της, ρε σουρουκλεμέ! Το ιδανικό απέκτησε σάρκα και οστά μπροστά μου: η βραδιά της ενηλικίωσής μου δε θα έμοιαζε με καμιά άλλη. Δυστυχώς, αποδείχθηκα προφητικός.
10:13: Εν αρχή ην ο γλυκύτατος κατά τα άλλα σερβιτόρος, ο οποίος αγνοούσε παντελώς το περιεχόμενο του καταλόγου. Όχι του τηλεφωνικού, γι΄αυτό έχουμε δόξα τον ύψιστο 11 8 κάμποσα. Μιλάω για τον κατάλογο του μαγαζιού που δούλευε. Η ερώτηση των γονέων "Έχετε κάτι να μας προτείνετε;" ήταν αρκετή ώστε να δημιουργήσει στο πρόσωπό του μια έκφραση τρόμου και απελπισίας, που κατέληξε στην αδιάφορη απάντηση "Δεν το θυμάμαι απ΄έξω", συνδιασμένη με ανεπαίσθητο, ναζιάρικο κούνημα του τσουλουφιού της φρεσκοβαμμένης, μενεγακικών προδιαγραφών, κουπ (θου Κύριε). 'Ας είναι', σκέφτηκα. Και παραγγείλαμε.
11:20: Τα ακριβοθώρητα φαγητά κάνουν εν τέλει την εμφάνισή τους μέσα σε θεαματικά άδεια πιάτα. Μια μισοκαμμένη πίτα, υποψία κιμά, δύσοσμα κρεατικά παρασκευάσματα αμφιβόλου ποιότητος και προέλευσης συνέθεταν το γενεθλιακό μενού. 'Ας είναι', ξανασκέφτηκα και ξεκίνησα το γεύμα μου ως ένδειξη καλής θελήσεως.
Ακολούθησε το σερβίρισμα του ωραιότατου γλυκού, ομολογουμένως ωραιότατου. Μια μικρή τούρτα γεμάτη σοκολάτα, σκέτη σοκόλαση.Μόνο που, σύμφωνα με τον αγαπητότατο κατά τ' άλλα σερβιτόρο, μια τούρτα μπορεί να φαγωθεί με τα δάχτυλα όχι μόνο από τον homo himpatzisiens αλλά και από τον homo sapiens. Δεν εξηγείται αλλιώς η διατυπωθείσα με τρομακτική ψυχραιμία και ενθουσιασμό τύπου 'κάνω-καλά-τη-δουλειά-μου' ερώτησή του "Θέλετε να σας φέρω και κουταλάκια;"! 'Ας μην είναι', συλλογίστηκα και απάντησα ένα κοφτό, ειρωνικότατο ΜΑΛΛΟΝ, το οποίο, ελευθερώνοντας το αιμοβόρο ζόμπι που όλοι κρύβουμε μέσα μας (κάποιοι απλώς το αμολούν συχνότερα απ' όσο χρειάζεται), έκοψε και τη φόρα και τον ενθουσιασμό του συμπαθέστατου κατά τ΄άλλα φίλου μου.
12:30: Στο δρόμο για την επιστροφή και μέσα το αμάξι μυρίζει (κυριολεκτικά) ωσάν νεκροταφείο σκυλόγατων γεμάτο κουφάρια σε πλήρη αποσύνθεση. Προσπαθώντας να καταλάβω από πού προέρχεται η πρωτοφανής για τα αμαξιακά δεδομένα και κυβικά μας μπόχα, και έχοντας προσάψει αμέτρητες φορές το φταίξιμο στον άμοιρο ευθυνών, όπως αποδείχτηκε, καταλύτη του αυτοκινήτου, συνειδητοποιώ (και αποδέχομαι με ψυχραιμία και χιούμορ) ότι η ανεκδιήγητη μυρωδιά πηγάζει από τα στόματά μας και δεν είναι τίποτε άλλο από τη γεύση του ιμάμ μπαιλντί.
Τα παραπάνω είναι αρκετά ώστε να μου έχουν δημιουργήσει σοβαρές αμφιβολίες και ανασφάλειες σχετικά με την πορεία που θα έχει η ερχόμενη 18η χρονιά για εμένα. Ας είναι. Ότι έρθει θα αντιμετωπιστεί ψύχραιμα, όπως ο πανέμορφος κατά τα υπόλοιπα σερβιτόρος μας.
Όσο για τό όνομα του μαγαζιού; Καλύτερα να μην το πω, όχι ευθαρσώς τουλάχιστον.
Tamam?

Ταμάμ!
